Sayfalar

Ποίηση

Poems in Greek, trans. by Katerina Iliopoulou
Published at Poema, March 2011. http://www.poema.gr/poem.php?id=312#

Η Θαμένη ιστορία της φτώχειας

Γιατί μουρμουρίζω αυτές τις λέξεις;
Περπατώ στο Σουρμπίντι κάτω από τα τείχη της πόλης
χωρίς να σφυρίζω γιατί ξέρω
πως μεγαλώνω και απαντάω πια
στη μοναξιά με μοναξιά.

Πως έσφυζε κείνη η εποχή με μάθηση και προσδοκία
και ο κόσμος συντονιζόταν με το βήμα μας.
Τώρα, μέσα μ’ένα πλυμμύρισμα συμπόνοιας
συγκρουόμαστε σαν ιπτάμενα σύννεφα σκόνης—
παραγιοί σε μια μάντρα σιδηρικών σκορπισμένοι
εδώ κι εκεί στα σοκκάκια—αυτό είναι όλο.

Πάνω στα βρυοσκεπή τείχη του Βυζαντίου
και στα κουρασμένα περβάζια του Τοπκαπί.
υπάρχουν άραγε ακόμη τα ίχνη των παιδικών μας χρόνων;
Οι μουχλιασμένες, διανθισμένες με θρύλους  ιστορίες
 των χαμένων οικοδόμων και των ψαράδων;

Και τώρα εδώ βλοσυροί μηχανικοί αυτοκινήτων
διαιωνίζουν την μυρωδιά της ιστορίας—
την ωμή αλήθεια της φτώχειας και την προσφέρουν
ευγενικά με τα λαδωμενα γάντια τους
Θυμήσου την, λέω, θυμήσου
για να γίνεις πιστευτός.

Γιατί το λέω αυτό;
Μόνον η λήθη μπορεί να μας θρέψει στους βάναυσους δρόμους
Γιατί σαν τις εποχές του χρόνου
περάσαμε μέσα από επιδρομές, μεταναστεύσεις, εισβολές και σωτηρίες
και ποτέ δεν θα ξαναβρούμε το λουλούδι που αφήσαμε
πριν από καιρό πάνω στον τάφο του σουλτάνου
τον χτισμένο πάνω στον τάφο ενός άλλου βασιλείου.








Παίζοντας με τον φακό μου

Νόμισες πως δεν έχει συμβεί καλέ μου φίλε;
Έχω πει μικρά ψέμματα, βεβαίως.
Κροταλίζουν σαν κέρματα μέσα στις τσέπες μου
Αλλά έχω πει και πολύ μεγαλύτερα φυσικά.

Η πόλη των μεγάλων ονείρων και των μεγάλων ψεμμάτων, ας το ξεκαθαρίσουμε,
Καθένας νομίζει την Ιστανμπούλ δική του αποκλειστικά.
Η δική μου ανήκει σε διάφορες γυναίκες
-δεν θα αναφερθούν ονόματα φυσικά-
Γεμάτη με τα απορρίματα άλλων πόλεων
Οι μέρες του καθενός είναι κτήμα του, φίλε μου
Όπως και καθένας ζει μόνος του το θάνατό του:

Για τον οδηγό του λεωφορείου ήρθε με τις ατσάλινες φτερούγες
Της Γέφυρας του Βόσπορου.
Για τον συνταξιαχούχο αστυνομικό στο γραφείο του Κυβερνήτη
Ήρθε από την έξοδο ενός πιστολιού που τον στοχεύει στο κεφάλι.
Ο δρόμος που κατηφορίζω ένα πρωί έφερε
Μια χούφτα χάπια σε μια εγκαταλελειμένη γυναίκα.
Και τα πεζοδρόμια του Σουρντίμπι είναι
Τα μάτια ενός άστεγου που ατενίζει τα δικά μου
Εσύ, σαν θεός με τη μύτη σου ψηλά, αξιοθρήνητος και μεταμφιεσμένος—
Ρίξε μια καλή ματιά στον κόσμο!

Κοίτα την δική του Ιστανμπούλ,
Αλλά δεν μπορείς να την αγγίξεις, απλά κοίταξε
Σαν αποτυχημένος άγγελος. Νέες έρευνες
Θα γράψουν καινούριες μαρτυρίες στο περιθώριο των βιβλίων των ονείρων
Η Ιστανμπούλ μέσα στο παλτό του—αυτό απαγορεύεται προς το παρόν—
Λίγα χαρτονομίσματα κρυμένα στο παπούτσι—αυτά βγάλτα στη φόρα.
Έχει ακούσει για  την Αγιά Σοφιά—τώρα μίλα για τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά της—
Αλλά εσύ παίζεις με τον φακό σου—
Το μόνο που ξέρεις είναι να καταγράψεις για την Ιστορία, ό,τι είδες, το μόνο που ξέρεις
Είναι να φοβηθείς με αυτά που είδες, να στηθείς στο δέντρο και να μετρήσεις μέχρι το ενενήνταεννιά

Κοίτα, αυτός ο τύπος δεν έχει καμμιά σχέση με την ελπίδα
Αλλά αγαπάει αυτή την πόλη πιο πολύ από όλους, χαμογέλα
Στον ήλιο που θα σε χτυπήσει στο πρόσωπο μια στιγμή αργότερα
Και ίσως κι αυτός να σου χαμογελάσει.

Αλλά δεν ξέρεις πως να το κάνεις αυτό, δεν έχεις ιδέα, ε;
Και τώρα έχασες την ευκαιρία
Ένα σύννεφο σκεπάζει τον ήλιο.
Τώρα ποιός θα λυπηθεί τον άλλο;
Εσύ αυτόν
Ή αυτός εσένα;

Είμαστε ξένοι εδώ, κύριε

Δεν φαίνεται τύπος που θα πέθαινε, λέει
Μήπως υπονόησα το αντίθετο, καθώς στεκόμουν και τον κοιτούσα;
Αλλά κανείς δεν μπορεί να κρυφτεί εδώ γύρω, κύριε
Δεν ξέρει άραγε ότι σε αυτούς τους δρόμους
Ο θάνατος είναι παρών μέσα σε όλα τα μάτια;

Βγάζει κάτι παλιά λογιστικά βιβλία-
«Η τελευταία του βούληση και διαθήκη»
Σκύβω πάνω τους, λες κι αυτό θα μου πρόσφερε κάποια εξήγηση.
Θα τα κρύψουμε έτσι δεν είναι, κύριε;
Θα κρύψουμε ό,τι μπορούμε σε αυτόν το ρημαγμένο τόπο.

Εδώ σπίτια εγκαταλελειμένα σε κάθε δρόμο
Χίλλια χρόνια ιστορίας σε αρχιτεκτονική σύνοψη. Αναρωτιέμαι-
αν αγάπησε τη ζωή του. Αποδέξου ό,τι καταρρέει και πέφτει. 
Λένε πως το κρασί ακόμα καίει στο λαιμό του—θα προσβληθεί κανείς αν το γιορτάσουμε αυτό; Είμαι αντιμέτωπος με μια μοίρα ελκυστική και ύπουλη.

Χιονίζει έξω δυνατά, μαζεύουμε ό,τι υπάρχει
Γύρω από τη φωτιά ενός γκαζοτενεκέ
Δεν είμαστε πια παιδιά. Ο οίκτος μου πυκνώνει
« Ο άνθρωπος είναι καλύτερα τώρα, κύριε» Ας ελπίσουμε
Πως δεν θα μαζευτούν μαύροι ή άυπνοι Βούλγαροι
Ας ελπίσουμε οι ακατανόητοι όρκοι να μην συγκρουστούν μες στις αναθυμιάσεις.
Σκασίλα του αν πέθανε μέσα στο δρόμο
Πως έγινε δεν ξέρω. Εγώ απλά σταματούσα που και που για να του μιλήσω.

Τώρα είμαι ένας ξένος σε αυτά τα μέρη-πράγμα καλό,
Που είμαι ξένος σε αυτόν τον βρωμερό μας κόσμο-
Γιατί κάποτε θα πυρπολήσει όλους του κόμπους μέσα στα κεφάλια μας
Μιλάω για όνειρα νομίζω πως είναι σπουδαία,
Ατέρμονοι χάρτες και λοιπά—και παρ’όλο που κανείς ίσως δεν με ακούει
Δεν με πειράζει.

Χιονίζει έξω δυνατά
Κι εγώ χαράζω αυτή την σύνοψη της ιστορίας στην παλάμη μου
Και φοβάμαι πολύ, μήπως και κανείς δεν με ακούει.  Ούτε ψυχή..

Χιονίζει έξω δυνατά
Αλλά δεν υπάρχει σύνοψη για τη ζωή, κύριε
Αυτή η μοναξιά της φωτιάς
Πάντα θα βρίσκει ένα γκαζοτενεκέ για να καίει
Να λειώνει το συρματόπλεγμα που την περιορίζει.



Μετάφραση, Κατερίνα Ηλιοπούλου. Η μετάφραση έγινε από πιστή μετάφραση των ποιημάτων στα αγγλικά, σε συνεργασία με τον ποιητή, στα πλαίσια του εργαστηρίου μετάφρασης στο Crear της Σκωτίας (Αύγουστος 2010).